ἔκτριψις

ἔκ-τριψις, εως, ,
A violent friction,

νεφῶν D.L.2.9

;

πνεύματος Ruf.Onom.228

.
II destruction, LXX Nu.15.31.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἔκτριψις — violent friction fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρίψει — ἔκτριψις violent friction fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐκτρίψεϊ , ἔκτριψις violent friction fem dat sg (epic) ἔκτριψις violent friction fem dat sg (attic ionic) ἐκτρί̱ψει , ἐκτρίβω rub out aor subj act 3rd sg (epic) ἐκτρί̱ψει , ἐκτρίβω rub… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρίψεις — ἔκτριψις violent friction fem nom/voc pl (attic epic) ἔκτριψις violent friction fem nom/acc pl (attic) ἐκτρί̱ψεις , ἐκτρίβω rub out aor subj act 2nd sg (epic) ἐκτρί̱ψεις , ἐκτρίβω rub out fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκτριψιν — ἔκτριψις violent friction fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκτριψη — η (Α ἔκτριψις) 1. βίαιη τριβή 2. καταστροφή, όλεθρος …   Dictionary of Greek

  • ἐκτρίψεως — ἐκτρίψεω̆ς , ἔκτριψις violent friction fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκτρίψῃ — ἐκτρίψηι , ἔκτριψις violent friction fem dat sg (epic) ἐκτρί̱ψῃ , ἐκτρίβω rub out aor subj mid 2nd sg ἐκτρί̱ψῃ , ἐκτρίβω rub out aor subj act 3rd sg ἐκτρί̱ψῃ , ἐκτρίβω rub out fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.